Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Ιστορία του 1821

Με την έναρξη της Επανάστασης αναδείχτηκε η στρατιωτική ιδιοφυία του Κολοκοτρώνη. Η παράδοση της Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821), η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), οι νίκες στο Βαλτέτσι, τα Βέρβενα και τα Δολιανά εδραίωσαν το κύρος του ως στρατιωτικού ηγέτη, παράλληλα όμως προκάλεσαν και τις πρώτες αντιδράσεις μερίδας των τοπικών αρχόντων. Η αντίδραση αυτή κορυφώθηκε με την έλευση του Δ. Υψηλάντη που επεδίωξε να οργανώσει πολιτικά την Επανάσταση, και πήρε τη μορφή ανοικτής ρήξης μεταξύ στρατιωτικών και προκρίτων. Ο Κολοκοτρώνης προσπάθησε να συνδιαλλάξει τις αντιμαχόμενες μερίδες και να αποτρέψει την κατάρρευση της νεαρής Επανάστασης. Στις 26 Ιουλίου 1822 η ιστορική νίκη του στα Δερβενάκια οδήγησε στον αποδεκατισμό της στρατιάς του Δράμαλη, διέσωσε τον Αγώνα στην Πελοπόννησο και επικύρωσε, για μια ακόμα φορά, τις εξαιρετικές στρατιωτικές ικανότητες του "Γέρου" του Μοριά. Οι επιτυχίες αυτές δεν απέτρεψαν τη συνεχιζόμενη και κλιμακούμενη αντιπαράθεση μεταξύ στρατιωτικών και κυβερνητικών, της οποίας θύμα υπήρξε και ο Κολοκοτρώνης. Στις ένοπλες συγκρούσεις ο γιος του Πάνος και ο ίδιος συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο Ναύπλιο.

Σημασία έχει ότι ο μεγάλος Ξεσηκωμός του ’21 ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τους ξένους και στηρίχθηκε αποκλειστικά στους Έλληνες οι οποίοι κατάφεραν το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κι έδωσαν το έναυσμα για τον ξεσηκωμό κι άλλων υπόδουλων λαών.
Η Επανάσταση του ’21 στάθηκε το πιο σημαντικό γεγονός της εποχής του γιατί απέδειξε ότι η αγωνιστικότητα, και η ισχυρή θέληση ενός λαού μπορούν ν’ αλλάξουν την ιστορική του μοίρα. Παρά τη διχόνοια και τα μελανά της σημεία, οι πρόγονοί μας Αγωνιστές μας παρέδωσαν ένα συμβόλαιο Ελευθερίας γραμμένο με το αίμα τους.
Όπως, λέει κι ο Μακρυγιάννης: "Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός "εγώ", ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς "εγώ"; Όταν αγωνιστεί μόνος του να φκειάση ή να χαλάση, να λέγη εγώ, όταν όμως αγωνίζονται πολλοί να φκειάσουν, τότε να λένε "εμείς". Είμαστε εις το "εμείς" κι όχι εις το "εγώ".
Να γιατί ο Αγώνας του ’21 παραμένει διαχρονικός κι επίκαιρος για μας τους Νεοέλληνες. Η Ελευθερία θέλει αρετή και τόλμη, θέλει θυσίες για να την αποκτήσουμε και προπαντός για να τη διατηρήσουμε.

Γενίτσαροι
Λέξη που προέρχεται από το τουρκικό Yeni-ceri, που σημαίνει Νέος Στρατιώτης ή Στράτευμα. Αποτελούσε το επίλεκτο στρατιωτικό σώμα του Οθωμανικού στρατού από την ίδρυση του στα μέσα του 14ου αιώνα, μέχρι το 1826 που διαλύθηκε από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β΄. Η μεγαλύτερη ακμή του σημειώθηκε τον 15ο και 16ο αιώνα, όταν η συμβολή του στην κατάκτηση διαφόρων περιοχών από τους Οθωμανούς ήταν καθοριστική. Η σημασία των Γενιτσάρων δεν εξαντλείται μόνο στον στρατιωτικό τομέα, αλλά επεκτείνεται και στον πολιτικό. Πράγματι η δύναμη τους ήταν τόσο μεγάλη, που κάποια εποχή οι Γενίτσαροι ανεβοκατέβαζαν σουλτάνους.
Οι πρώτες μαρτυρίες για τον θεσμό αυτό ανάγονται στην εποχή του σουλτάνου Μουράτ Α΄ (1360-1389). Αυτός όμως που συστηματοποίησε τον θεσμό ήταν ο Μουράτ Β΄ (1421-1451). Ο σουλτάνος αυτός, για να δημιουργήσει ένα αντιστάθμισμα στην επιρροή που είχαν αποκτήσει διάφοροι τούρκοι ευγενείς, δημιούργησε ένα στρατιωτικό σώμα, το οποίο σύμφωνα με τις σκέψεις του θα ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένο σ’ αυτόν. Τα μέλη αυτού του στρατιωτικού σώματος, οι Γενίτσαροι όπως ονομάστηκαν, στρατολογούνταν από τον χριστιανικό πληθυσμό της οθωμανικής επικράτειας, ιδίως των βαλκανικών περιοχών, με την μέθοδο του παιδομαζώματος (στα τουρκικά devsirme). Τα παιδιά αυτά, ηλικίας 10 έως 20 ετών, μεταφέρονταν στην Κωνσταντινούπολη, εξισλαμίζονταν και ακολουθούσαν σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση. Κάποιοι άλλοι από αυτούς τους νέους, συνήθως οι πιο έξυπνοι και ικανοί, προορίζονταν για την διοικητική μηχανή του κράτους και ακολουθούσαν άλλου τύπου εκπαίδευση, στο τέλος της οποίας τοποθετούνταν σε υψηλές θέσεις της διοικητικής μηχανής. Όλοι αυτοί οι νέοι διδάσκονταν την πειθαρχία, την υπακοή στους ανωτέρους τους, ενώ έμεναν υποχρεωτικά ανύπαντροι και μοναδικός τους σκοπός ήταν η εφαρμογή των διαταγών του σουλτάνου. Ήταν οργανωμένοι σε τρία σώματα, με διαφορετικό αριθμό το καθένα και αρχηγός τους ήταν ένας αγάς. Για να ισχυροποιήσει την συνοχή του σώματος αυτού και να εξασφαλίσει την απόλυτη υπακοή τους, ο Μουράτ τους διένειμε μεγάλο μέρος της τουρκικής επικράτειας, αντιπαραθέτοντας τους έτσι με τους ευγενείς μεγαλογαιοκτήμονες. Ο ρόλος των Γενιτσάρων στον καθορισμό της επεκτατικής πολιτικής των οθωμανών ήταν μεγάλος. Επειδή τα κατακτηθέντα ευρωπαϊκά εδάφη δεν επαρκούσαν για να εξασφαλίσουν γη, για τον όλο και αυξανόμενο πληθυσμό των Γενιτσάρων, οι τελευταίοι έγιναν οι πιο φανατικοί θιασώτες της συνέχισης των κατακτητικών πολέμων. Η επιρροή τους κατά την βασιλεία του Μουράτ και του γιού και διαδόχου του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή, γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Αυτοί ήταν που συμβούλευαν τον Μωάμεθ κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του και αυτοί ήταν που τον έπεισαν πως η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ήταν και εφικτή και αναγκαία, σε αντίθεση με τους ευγενείς που θεωρούσαν πως η άλωση δεν ήταν δυνατή, ενώ θα προκαλούσε την συσπείρωση της Χριστιανοσύνης και ίσως κάποια καινούργια σταυροφορία. Με την άλωση της Πόλης οι Γενίτσαροι κυριάρχησαν στο παλάτι του σουλτάνου και ο Χαλίλ Τσανταρλί, ο κύριος εκπρόσωπος των ευγενών, εκτελέστηκε, όπως και αρκετοί άλλοι, μερικές μέρες μετά, ενώ οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και μοιράστηκαν στους Γενιτσάρους. Ο θρίαμβος των Γενιτσάρων ήταν ολοκληρωτικός και συνέχισαν να παροτρύνουν τον Μωάμεθ να αναλάβει νέους πολέμους. Με τις καινούργιες κατακτήσεις του Μωάμεθ, οι Γενίτσαροι έλαβαν ως ανταμοιβή νέα εδάφη και η πολιτική τους θέση ισχυροποιήθηκε ακόμα πιο πολύ, εις βάρος των παραδοσιακά πιο συντηρητικών γαιοκτημόνων, οι οποίοι δεν ενέκριναν τις παράτολμες, πλην όμως αποδοτικές, πολιτικές τους. Όμως μια σύγκρουση του Μωάμεθ με τους Γενίτσαρους δεν αποφεύχθηκε, όταν τα συμφέροντα τους άρχισαν να τείνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Μωάμεθ νομοθέτησε πως όλες οι κατακτημένες περιοχές έπρεπε να ανήκουν στον σουλτάνο και γι’ αυτό κατάσχεσε μεγάλες εκτάσεις που ανήκαν σε θρησκευτικές αιρέσεις και τάγματα, σε μεγαλογαιοκτήμονες, ακόμα και σε Γενίτσαρους. Οι κραδασμοί που δημιουργήθηκαν ήταν πολύ ισχυροί,αλλά ο Μωάμεθ έστρεψε την μία ομάδα εναντίον της άλλης και κατάφερε να ξεπεράσει και αυτή την κρίση, αποδεικνύοντας, για άλλη μια φορά, ότι ήταν πράγματι ένας μεγάλος ηγεμόνας. Πάντως, την περίοδο αυτή άρχισε η επιρροή, στο εσωτερικό των Γενιτσάρων, των Μπεκτασήδων, ενός ιδιόμορφου μυστικιστικού ρεύματος στο εσωτερικό του επίσημου Ισλαμισμού, που ενσωμάτωνε αρκετές χριστιανικές συνήθειες.
Κατά το τέλος του 16ου αιώνα, οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης τους χαλάρωσαν. Η στρατολόγηση τους αρχίζει να μην ακολουθεί τα αυστηρά κριτήρια των προηγουμένων εποχών, ούτε η εκπαίδευση τους να βασίζεται στους ίδιους κανόνες. Έτσι σιγά σιγά άρχισαν να μετασχηματίζονται σε ένα παρασιτικό κοινωνικό στρώμα, που ζούσαν εις βάρος του πληθυσμού, με την χρήση απειλών και εκφοβισμών. Οι κανόνες που συνήθιζαν να διέπουν την ζωή τους άλλαξαν και τους έγινε επιτρεπτό να παντρεύονται, να εξασκούν κάποι επάγγελμα, να λαμβάνουν δώρα και προνόμια από τους σουλτάνους, ενώ στις αρχές του 17ου αι., το σύστημα στρατολόγησης τους με το παιδομάζωμα καταργήθηκε. Η απειθαρχία τους και η κατάρρευση της στρατιωτικής τους αξίας έγινε αντιληπτή από τον σουλτάνο Οσμάν Β΄ (1618-1622), ο οποίος αποπειράθηκε να τους αντικαταστήσει με στρατεύματα από την Αίγυπτο και την Συρία, μετά την ήττα του στην Ουκρανία, που την απέδωσε στην ανυπακοή των γενιτσάρων. Όμως οι τελευταίοι επαναστάτησαν, καθαίρεσαν και στραγγάλισαν τον Οσμάν, δίνοντας τέλος στις μεταρρυθμιστικές του προσπάθειες.
Ο Σελίμ Γ΄ ήταν ο επόμενος σουλτάνος που προσπάθησε να καταργήσει τους Γενιτσάρους, το 1805, στο πλαίσιο των διοικητικών και στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων του. Οι Γενίτσαροι επαναστάτησαν και ανάγκασαν τον σουλτάνο να αναιρέσει τα διατάγματα του και να απολύσει όλους τους συμβούλους του. Όμως αυτό δεν ήταν τους ήταν αρκετό και φυλάκισαν τον Σελίμ, αφού πρώτα τον εκθρόνισαν. Όταν ο αγάς του Ρούσε στην Βουλγαρία Μπαϊρακτάρ στασίασε εναντίον της τάξης που είχαν επιβάλλει οι Γενίτσαροι, οι τελευταίοι εκτέλεσαν στην φυλακή τον Σελίμ. Ο Μπαϊρακτάρ κατέλαβε όμως την Πόλη και τοποθέτησε στον θρόνο τον Μαχμούντ Β΄ (1808- 1838), αλλά οι Γενίτσαροι τον δολοφόνησαν και ο Μαχμούντ σταμάτησε τις μεταρρυθμίσεις. Το 1826, στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, βλέποντας ότι ο στρατός του αδυνατούσε να καταστείλει την εξέγερση, ο σουλτάνος Μαχμούντ θέλησε να εξευρωπαϊσει τον στρατό του και οι Γενίτσαροι αντιστάθηκαν φοβούμενοι ότι θα χάσουν όλα τα προνόμια τους. Αρνούμενοι να σταματήσουν τη στάση τους εναντίον του σουλτάνου, προκάλεσαν την καταστροφή τους. Ο Μαχμούντ διέταξε να κανονιοβολίσουν τους κοιτώνες τους και όσοι δεν σκοτώθηκαν επί τόπου, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν αργότερα.


ΘΕΜΑ: « Οι σπουδαιότερες μάχες της Επανάστασης του 1821
και οι πρωταγωνιστές τους »

Η Επανάσταση του ’21 στάθηκε το πιο σημαντικό γεγονός της εποχής του 19ου αιώνα και παράλληλα ένα από τα πιο σπουδαία πολιτικά γεγονότα της Ιστορίας της Ευρώπης που αποδεικνύει ότι η αγωνιστικότητα και η ισχυρή θέληση ενός λαού μπορούν να αλλάξουν την ιστορική του μοίρα. O μεγάλος ξεσηκωμός του ’21 υπήρξε o καταλυτικός σταθμός της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού και μέχρι σήμερα παραμένει η μεγαλύτερη στιγμή του λαού μας.
Έπειτα από 368 χρόνια σκλαβιάς, οι Έλληνες άρπαξαν τα άρματα, αποφασισμένοι να πολεμήσουν ως το θάνατο για να αποκτήσουν ξανά την εθνική τους ελευθερία. Η Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τους ξένους και στηρίχθηκε αποκλειστικά στους Έλληνες καταφέρνοντας το πρώτο ουσιαστικό πλήγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που πέτυχε την ίδρυση του ελληνικού κράτους και έτσι μέχρι σήμερα υπάρχει στον πολιτικό χάρτη του κόσμου. Συγχρόνως, αποτέλεσε το έναυσμα για τον ξεσηκωμό κι άλλων υπόδουλων λαών.
Η απόφαση του αγώνα για την ελευθερία υπήρξε αποτέλεσμα ωριμότητας της μακρόχρονης καλλιέργειας της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης του υπόδουλου έθνους και ήρθε μετά από μικρότερες επαναστάσεις και τοπικές εξεγέρσεις. Η ιστορική παράδοση του ελληνικού έθνους, η πνευματική και οικονομική άνοδος του Ελληνισμού, η διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών της εποχής, η οργανωτική προετοιμασία από την Φιλική Εταιρεία και οι ετοιμοπόλεμες δυνάμεις των κλεφτών και των αρματολών, υπήρξαν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχτηκε η Επανάσταση του 1821. Ο αγώνας δεν έγινε μόνο για την πατρίδα αλλά και για τη θρησκεία στηριζόμενος στην έμφυτη, στις καρδιές των Ελλήνων, αγάπη για την ελευθερία.
Η Ελληνική Επανάσταση κράτησε εννέα χρόνια, από το 1821 ως το 1830. Η μακρόχρονη διάρκειά της αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο που αποδεικνύει την ηθική αντοχή του Ελληνικού λαού. Για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού έγιναν μια σειρά από μάχες με εναλλαγές επιτυχιών και αποτυχιών. Από τα μέσα του Μαρτίου του 1821 άρχισαν να εκδηλώνονται οι επιθέσεις κατά των Τούρκων από τις οποίες οι σημαντικότερες ήταν η μάχη στην Αλαμάνα, στο Χάνι της Γραβιάς, στα Δερβενάκια και ακολούθησαν πολλές ακόμα θυσίες μέχρι την οριστική επιτυχία.
Δεν αποτελεί στόχο της έκθεσης η ξερή αφήγηση των γεγονότων αλλά η προσπάθεια για προσέγγιση της ατμόσφαιρας της εποχής εκείνης που θα μας βοηθήσει να αντλήσουμε επίκαιρα διδάγματα. Η προσέγγιση αυτή θα μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε τους παράγοντες που διαμόρφωσαν τις συνθήκες που οδήγησαν στην επιτυχία μέσα από αντιθέσεις ανθρωπιάς και βαρβαρότητας, αυτοθυσίας και εγωϊσμού που οδηγεί στη διχόνοια.

Γράφει στα Απομνημονεύματά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης:
«Πατρίς να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάσθηκαν δια σένα να σ΄αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μιαν φορά ελεύτερη πατρίδα...Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνεις εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων κι εκείνους οπού αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μίαν μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη εις το χάνι της Γραβιάς,...»

Μια από τις πρώτες οργανωμένες επιθέσεις των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επαναστάσεως που έγινε στις 23-24 Απριλίου του 1821 ήταν η μάχη της Αλαμάνας, μια μάχη που όμως δεν απέφερε την πολυπόθητη νίκη για τους υπόδουλους Έλληνες. Όταν ο Χουρσίτ πασάς, ο οποίος βρισκόταν στα Γιάννενα, πληροφορήθηκε την εξέλιξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, έστειλε εναντίον των επαναστατών δύναμη 8.000 πεζών και 800 ιππέων με διοικητές τον Κιοσσέ Μεχμέτ και τον Αλβανό Ομέρ Βρυώνη. Σκοπός αυτής της εκστρατείας ήταν η καταστολή της Επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης διέπραξαν τότε ένα σημαντικό λάθος τακτικής. Διέσπασαν τις δυνάμεις τους και τις διασκόρπισαν σε μεγάλη έκταση, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η ελληνική παράταξη. Ο Πανουργιάς και ο Αθανάσιος Διάκος είναι οι δύο πλέον γνωστοί αγωνιστές υπό τις διαταγές των οποίων τέθηκε το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων. Ο Διάκος οχυρώθηκε στη γέφυρα της Αλαμάνας που οδηγεί προς την Άμφισσα. Είχε μαζί του 500 παλικάρια. Οι Τούρκοι, αφού διέλυσαν τη δύναμη του Πανουργιά και εξουδετέρωσαν το Δυοβουνιώτη, στράφηκαν εναντίον του. Η μάχη, ιδιαίτερα έντονη, κράτησε δύο ημέρες (23-24 Απριλίου 1821). Ο Διάκος αγωνίστηκε ηρωϊκά αλλά τη δεύτερη μέρα τραυματίστηκε σοβαρά στο δεξιό ώμο. Οι Τούρκοι κατόρθωσαν να τον πιάσουν ζωντανό. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια, ο ηρωϊκός οπλαρχηγός ανασκολοπίστηκε. Ήταν 35 χρονών. Στάθηκε ο πρωτομάρτυρας αγωνιστής και η θυσία του στην ίδια θέση των αρχαίων Θερμοπυλών, εκεί όπου 23 αιώνες πριν, έπεσε ο Λεωνίδας με τους 300, συγκλόνισε την Ευρώπη. Οι απώλειες για τους Τούρκους υπήρξαν μικρές, για τους Έλληνες όμως βαριές. Παρ' όλα αυτά, η θυσία του Διάκου και των ανδρών του δεν πήγε χαμένη. Ο ηρωϊσμός τους υπήρξε γόνιμος, καθώς δίδαξε στους υπόλοιπους την αυτοθυσία. Παρά την ήττα των υπερασπιστών της γέφυρας, η αντίστασή τους κατάφερε να καθυστερήσει τους Τούρκους και έδωσε την ευκαιρία στους υπόλοιπους Έλληνες να προετοιμάσουν καλύτερα την άμυνά τους.

Επόμενος ιστορικός σταθμός στην αλυσίδα των εξεγέρσεων είναι η μάχη στο χάνι της Γραβιάς. Στο χάνι της Γραβιάς έγινε μάχη ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες το Μάϊο του 1821. Μετά τη νίκη του στην Αλαμάνα ο Ομέρ-Βρυώνης κατευθύνθηκε προς την Άμφισσα με κατεύθυνση την Πελοπόννησο. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή έφτασε στην περιοχή ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, αρματολός απο τη Λιβαδειά και γνωστός του Ομέρ-Βρυώνη, που πρότεινε στους συμπολεμιστές του να μεταβάλουν το χάνι της Γραβιάς, που βρίσκεται στην είσοδο της στενής διάβασης του δρόμου που οδηγεί στην Άμφισσα, σε οχύρωμα και να δώσουν μάχη ενάντια στον Ομέρ-Βρυώνη για να αναχαιτίσουν την πορεία του ή να επιφέρουν τουλάχιστον κλονισμό στις τάξεις του τουρκικού στρατού. Έτσι στρατοπέδευσε με τα 1500 παλικάρια του στο χάνι της Γραβιάς. Οι προσπάθεις του Ομέρ-Βρυώνη να δελεάσει τον Ανδρούτσο προσφέροντάς του αξιώματα έπεσαν στο κενό. Στο μεταξύ ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουριάς έσπευσαν να τους βοηθήσουν. Στις 8 Μαΐου ο Ανδρούτσος και τα παλικάρια του κλείστηκαν στο χάνι ενώ οι άλλοι δύο οπλαρχηγοί πήραν θέσεις δεξιά και αριστερά. Οι Τούρκοι αφού διασκόρπισαν όσους βρίσκονταν έξω από το χάνι, επιτέθηκαν ενάντια στους κλεισμένους μέσα σε αυτό. Οι προσπάθειες του Ομέρ-Βρυώνη αποκρούστηκαν απο τα παλικάρια με βαριές απώλειες για τους Τούρκους. Ο Ομέρ-Βρυώνης διέταξε να του φέρουν κανόνια. Το βράδυ εκείνης της ημέρας ο Ανδρούτσος και τα παλικάρια του επιχείρησαν έξοδο. Οι Τούρκοι σάστισαν και ώσπου να καταλάβουν τί εγινε, πρόλαβαν λίγο να τουφεκίσουν, καθώς οι ήρωες χάθηκαν σαν φαντάσματα μέσα στα σπαρτά, αφού πρώτα προξένησαν μεγάλες ζημιές στον εχθρό. Τρακόσιοι Τούρκοι χάσανε τη ζωή τους και εξακόσιοι λαβώθηκαν. Πίσω τους οι Έλληνες άφησαν ένα μισοκρεμισμένο χάνι, όπου γράφτηκε μια απο τις πιο δοξασμένες σελίδες της ιστορίας μας. Η μάχη στο χάνι της Γραβιάς ήταν αποφασιστική για εκείνη την ώρα γιατί χωρίς να αποτελεί σημαντική νίκη αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων μετά την καταστροφή στήν Αλαμάνα και καθυστέρησε τους Τούρκους αρκετό χρόνο, εξαναγκάζοντας να αλλάξουν τα σχέδιά τους για την καταστολή της επανάστασης στην Πελοπόννησο.Αν η Αλαμάνα φανέρωσε πως οι Έλληνες ήξεραν να πεθαίνουν, το χάνι της Γραβιάς απέδειξε πως γνώριζαν να πολεμάνε.

Με την έναρξη της επανάστασης αναδείχθηκε η στρατιωτική ιδιοφυΐα του «Γέρου του Μοριά» που με τις ηγετικές του ικανότητες διέσωσε τον αγώνα στην Πελοπόννησο. Μετά τις αποτυχίες του τουρκικού στρατού το 1821, οργανώθηκαν το δεύτερο χρόνο νέες εκστρατείες εναντίον των Ελλήνων. Η σπουδαιότερη ήταν αυτή στα στενά των Δερβενακίων, που έληξε με τον αποδεκατισμό των τουρκικών στρατευμάτων. Ενώ ο Χουρσίτ ετοίμαζε την εκστρατεία του, ξαφνικά αντικαταστάθηκε στην αρχιστρατηγία από τον Μαχμούτ πασά Δράμαλη, που τον υποστήριζε η μητέρα του σουλτάνου. Η αλλαγή αυτή όμως εξυπηρέτησε τον ελληνικό αγώνα, γιατί ο Δράμαλης δεν είχε τις ικανότητες του Χουρσίτ. Έτσι, ο Δράμαλης, με περισσότερους από 10.000 άντρες, αποφάσισε να επιστρέψει στα τέλη Ιουλίου του 1822 στην Κόρινθο, αφού ο ανεφοδιασμός της στρατιάς του ήταν πλέον αδύνατος στην πεδιάδα του Άργους. Διέδιδε όμως ότι σκόπευε να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τις διαδόσεις και ήταν βέβαιος ότι ο τούρκος στρατιωτικός θα επέλεγε το δρόμο που περνούσε από τα στενά των Δερβενακίων με κατεύθυνση την Κόρινθο. Εν τω μεταξύ ο Κολοκοτρώνης είχε δώσει διαταγή να κάψουν τα σπαρτά και να δηλητηριάσουν τα νερά σε όλη την αργολική πεδιάδα. Οι προβλέψεις του σύντομα επαληθεύτηκαν. Στις 26 Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή της εχθρικής στρατιάς φάνηκε να μπαίνει στα στενά. Οι Έλληνες έμειναν ακίνητοι στα ταμπούρια τους, όπως είχε δώσει εντολή ο Κολοκοτρώνης. Έπρεπε να μπουν όσο περισσότεροι Τούρκοι. Ξαφνικά, ακούστηκε η βροντερή φωνή του Κολοκοτρώνη: «Επάνω τους Έλληνες!». Την ίδια στιγμή μια κόλαση φωτιάς ξεχύθηκε μέσα στο στενό Δερβένι και στο διάβα της κατέκαιε τα πάντα. Οι Τούρκοι, σαστισμένοι, στράφηκαν προς τον Άγιο Σώστη για να σωθούν. Πολλοί κατάφεραν να ξεφύγουν . Τότε, ο Νικηταράς Σταματελόπουλος με πολλούς συμπολεμιστές του απέκοψε την οδό διαφυγής. Η σφαγή συνεχίστηκε τις δύο επόμενες ημέρες σε άλλες τοποθεσίες της περιοχής. Όσοι γλίτωσαν πέρασαν σε κακή κατάσταση στην Κόρινθο, όπου τους απέκλεισε ο Κολοκοτρώνης, ενώ ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε πιάσει τον Ισθμό. Οι Τούρκοι καταστράφηκαν από την πείνα και τις αρρώστιες και ο ίδιος ο Δράμαλης πέθανε. Ο Χουρσίτ, που δεν έδειξε πολύ ενδιαφέρον να βοηθήσει τον Δράμαλη, φοβήθηκε πως θα θεωρηθεί υπεύθυνος για την καταστροφή του και αυτοκτόνησε. Τεράστιες ποσότητες λαφύρων, ιδιαίτερα πολεμοφοδίων, έπεσαν στα χέρια των επαναστατών. Η Τουρκία έχασε δύο στρατηγούς και μεγάλο στρατό. Η προσπάθεια του Δράμαλη όχι μόνο απέτυχε, αλλά εξόπλισε τελικά τους Έλληνες αγωνιστές, ανεβάζοντας συγχρόνως το ηθικό τους και ενισχύοντας την πίστη τους στην επιτυχία του αγώνα τους. Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της μάχης έπαιξε το γεγονός ότι σε όλη τη διάρκειά της, πρυτάνευε η ευφυΐα και η τόλμη του στρατηγικού νου του Κολοκοτρώνη. Ο γίγαντας της εθνικής μας λευτεριάς διακρινόταν για την πειστικότητα του λόγου του που σαγήνευε με τις αληθινές, απλές και εμπνευσμένες σκέψεις του.
Για την απόφαση των Ελλήνων να απελευθερωθούν, ο Κολοκοτρώνης εξομολογείται:
«Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε : "Που πάτε ωρέ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα και με το τίποτα", αλλά ως μια βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και κάναμε την Επανάσταση».
Και συνεχίζει σ' ένα άλλο σημείο :
«Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Εμείς, αν δεν είμαστε τρελοί δεν θα κάναμε την Επανάσταση. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο Κολοκοτρώνης που ήθελε πάντα με την παλικαριά του να κερδίζει τον αγώνα, είπε σε μια ομάδα Τούρκων που ήθελαν στην σκηνή του, για να του προσφέρουν ακριβά δώρα ως σημάδι υποταγής : "Τι κάνετε αυτού ωρέ! Εγώ αγωνίζομαι για να δώσω λευτεριά στους δούλους και δεν αρέσκομαι σε τέτοια γελοία καμώματα. Φυλάξτε τα για τους Πασάδες σας. Κοιτάτε με ίσια και μιλάτε καθαρά, τι θέλετε . Μ' αρέσουν τα δώρα και τα χρήματά σας , αλλά πάρτε τα πίσω τα πεσκέσια σας και σύρτε να με περιμένετε στο Σεράι. Θα έρθω να τα πάρω με το σπαθί μου".
Στις 7 Οκτωβρίου του 1838 μιλώντας στην μαθητιώσα νεολαία, στην Πνύκα εκτός από άλλα είπε:
"Παιδιά μου. Να σκλαβωθείτε στα γράμματά σας. Η προκοπή και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας. Αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος. Και μέσα στο καλό αυτό βρίσκεται και το δικό σας. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, όπου εμείς ελευθερώσαμε. Και δια να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοιαν και την φρόνιμον ελευθερίαν".
Η Ελληνική επανάσταση τελείωσε με νίκη. Στοίχισε όμως βαρύτατα. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων και Ελληνίδων χάθηκαν στα πεδία των μαχών, από την πείνα και τις κακουχίες, από τους διωγμούς και τις σφαγές στις επαναστατημένες περιοχές. Ωστόσο, η ελληνική ελευθερία με την μακρά διάρκειά της, τις κορυφαίες στιγμές της και την αίσια έκβαση της προβάλλει ως ιστορική εποποιία και ως θρίαμβος της ελευθερίας.
Επίκαιρη σημασία έχει ότι ο μεγάλος ξεσηκωμός του ’21 στηρίχθηκε αποκλειστικά στους Έλληνες αφού ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τους ξένους και οι πρόγονοί μας αγωνιστές παρά τη διχόνοια και τα μελανά σημεία, μας παρέδωσαν ένα συμβόλαιο Ελευθερίας γραμμένο με το αίμα τους. Πρωταγωνιστής αναδείχθηκε ο υπόδουλος λαός που με υπέρτατη αγάπη στην ελευθερία και αποφασιστικότητα ως το θάνατο έδωσε τον « υπερ πάντων» αγώνα.
Όπως, λέει κι ο Μακρυγιάννης: «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός "εγώ", ούτε ο αδύνατος.»
Να γιατί ο Αγώνας του ’21 παραμένει διαχρονικός κι επίκαιρος για μας τους Νεοέλληνες. Η Ελευθερία θέλει αρετή και τόλμη, θέλει θυσίες για να την αποκτήσουμε και προπαντός για να τη διατηρήσουμε.




ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ

Στρατιωτικός θεσμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Περιελάμβανε περιοδική στρατολόγηση των χριστιανών αγοριών που συγκροτούσαν τα περίφημα τάγματα Γενί-τσερί (Γενίτσαροι). Τα εύρρωστα παιδιά ακολουθούσαν ειδική εκπαίδευση για το στρατό ενώ τα όμορφα ευνουχίζονταν και γίνονταν υπηρέτες στο σαράι. Ο θεσμός του παιδομαζώματος εκφυλίστηκε προς τα τέλη του 16ου αιώνα όταν άρχισαν να γίνονται δεκτά και παιδιά μουσουλμάνων. Κατά τους τρεις αιώνες που εφαρμόστηκε υπολογίζονται ότι περίπου μισό εκατομύριο αγόρια στρατολογήθηκαν .








Αλαμάνα

Μια από τις πρώτες οργανωμένες επιθέσεις των Ελλήνων κατά την περίοδο της Επαναστάσεως που έγινε στις 23-24 Απριλίου του 1821 ήταν η μάχη της Αλαμάνας, μια μάχη που όμως δεν απέφερε την πολυπόθητη νίκη για τους υπόδουλους Έλληνες. Όταν ο Χουρσίτ πασάς, ο οποίος βρισκόταν στα Γιάννενα, πληροφορήθηκε την εξέλιξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, έστειλε εναντίον των επαναστατών δύναμη 8.000 πεζών και 800 ιππέων με διοικητές τον Κιοσσέ Μεχμέτ και τον Αλβανό Ομέρ Βρυώνη. Σκοπός αυτής της εκστρατείας ήταν η καταστολή της Επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Οι οπλαρχηγοί της Ρούμελης διέπραξαν τότε ένα σημαντικό λάθος τακτικής. Διέσπασαν τις δυνάμεις τους και τις διασκόρπισαν σε μεγάλη έκταση, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η ελληνική παράταξη. Ο Πανουργιάς και ο Αθανάσιος Διάκος είναι οι δύο πλέον γνωστοί αγωνιστές υπό τις διαταγές των οποίων τέθηκε το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων. Ο Διάκος οχυρώθηκε στη γέφυρα της Αλαμάνας που οδηγεί προς την Άμφισσα. Είχε μαζί του 500 παλικάρια. Η μάχη, ιδιαίτερα έντονη, κράτησε δύο ημέρες (23-24 Απριλίου 1821). Ο Διάκος αγωνίστηκε ηρωικά αλλά τη δεύτερη μέρα τραυματίστηκε σοβαρά στο δεξιό ώμο. Οι Τούρκοι κατόρθωσαν να τον πιάσουν ζωντανό. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια, ο ηρωικός οπλαρχηγός ανασκολοπίστηκε. Ήταν 35 χρονών. Στάθηκε ο πρωτομάρτυρας αγωνιστής και η θυσία του στην ίδια θέση των αρχαίων Θερμοπυλών, εκεί όπου 23 αιώνες πριν, έπεσε ο Λεωνίδας με τους 300, συγκλόνισε την Ευρώπη. Οι απώλειες για τους Τούρκους υπήρξαν μικρές, για τους Έλληνες όμως βαριές. Παρ' όλα αυτά, η θυσία του Διάκου και των ανδρών του δεν πήγε χαμένη. Ο ηρωϊσμός τους υπήρξε γόνιμος, καθώς δίδαξε στους υπόλοιπους την αυτοθυσία. Παρά την ήττα των υπερασπιστών της γέφυρας, η αντίστασή τους κατάφερε να καθυστερήσει τους Τούρκους και έδωσε την ευκαιρία στους υπόλοιπους Έλληνες να προετοιμάσουν καλύτερα την άμυνά τους.









Το Χάνι της Γραβιάς

Όταν ο Ανδρούτσος πήρε το γράμμα του Ομέρ Βρυώνη που τον προσκαλούσε να προσκυνήσει, προχώρησε να τον συναντήσει . Στις 3 του Μάη έφτασε στο Χάνι της Γραβιάς έχοντας μαζί του άλλους δύο οπλαρχηγούς. Ήταν όλοι κι όλοι 150 παλικάρια. Το χάνι βρισκόταν χτισμένο πάνω σε ανοιχτό και ισόπεδο μέρος, πράγμα το οποίο οι άλλοι καπεταναίοι το λογάριαζαν για μειονέκτημα, ενώ ο Ανδρούτσος για προτέρημα. Καθώς χάραζε η αυγή 8 του Μάη τα καραούλια δίνουνε την είδηση πως φάνηκαν οι Τούρκοι. Μέσα στο χάνι κλείστηκαν οι 117. Οι υπόλοιποι σκόρπισαν στα βουνά. Μετά από πολύωρη μάχη 300 Τούρκοι χάσανε τη ζωή τους και πάνω από 600 λαβώθηκαν. Το βράδυ, ενώ όλοι κοιμόντουσαν και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι βόγκοι των λαβωμένων Τούρκων, οι Έλληνες μετά από σύνθημα του Ανδρούτσου ξεχύνονται έξω. Σαστίζουν οι κοιμισμένοι Τούρκοι κι ώσπου να καταλάβουν τι τρέχει, οι ήρωες χάθηκαν φαντάσματα μέσα στα σπαρτά. Πίσω τους όμως, άφησαν ένα μισογκρεμισμένο χάνι, όπου γράψανε μία από τις πιο δοξασμένες σελίδες της ιστορίας μας.









Ύμνος εις την Ελευθερία

1. Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετρά τη γη. 2. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! 3. Εκεί μέσα εκατοικούσες Πικραμένη, εντροπαλή, Κι ένα στόμα ακαρτερούσες, Έλα πάλι, να σου πη. 4. Aργειε νάλθη εκείνη η μέρα, Και ήταν όλα σιωπηλά, Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα Και τα πλάκωνε η σκλαβιά. 5. Δυστυχής! Παρηγορία Μόνη σου έμενε να λες Περασμένα μεγαλεία Και διηγώντας τα να κλαις. 6. Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει Φιλελεύθερη λαλιά, Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι Από την απελπισιά. 7. Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω Το κεφάλι από τς ερμιές; Κι αποκρίνοντο από πάνω Κλάψες, άλυσες, φωνές. 8. Τότε εσήκωνες το βλέμμα Μες στα κλάιματα θολό, Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα, Πλήθος αίμα Ελληνικό. 9. Με τα ρούχα αιματωμένα Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά Να γυρεύης εις τα ξένα Aλλα χέρια δυνατά. 10. Μοναχή το δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, Εάν η χρεία τες κουρταλή. 11. Aλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, Αλλ’ ανάσασιν καμιά Aλλος σου έταξε βοήθεια Και σε γέλασε φρικτά. 12. Aλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου Οπού εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου, Σύρε ελέγαν οι σκληροί. 13. Φεύγει οπίσω το ποδάρι Και ολοκλήγορο πατεί Ή την πέτρα ή το χορτάρι Που τη δόξα σου ενθυμεί. 14. Ταπεινότατη σου γέρνει Η τρισάθλια κεφαλή, Σαν πτωχού που θυροδέρνει Κι’ είναι βάρος του η ζωή. 15. Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει Κάθε τέκνο σου με ορμή, Που ακατάπαυστα γυρεύει Ή τη νίκη ή τη θανή. 16. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! 17. Μόλις είδε την ορμή σου Ο ουρανός, που για τς εχθρούς Εις τη γη τη μητρική σου Έτρεφ’ άνθια και καρπούς. 18. Εγαλήνευσε και εχύθη Καταχθόνια μία βοή, Και του Ρήγα σου απεκρίθη Πολεμόκραχτη η φωνή. 19. Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν Χαιρετώντας σε θερμά, Και τα στόματα εφωνάξαν Όσα αισθάνετο η καρδιά. 20. Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια Του Ιονίου και τα νησιά, Και εσηκώσανε τα χέρια Για να δείξουνε χαρά. 21. Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο Το καθένα τεχνικά, Και εις το μέτωπο γραμμένο Έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά. 22. Γκαρδιακά χαροποιήθη Και του Βάσιγκτον η γη, Και τα σίδερα ενθυμήθη Που την έδεναν και αυτή. 23. Απ’ τον πύργο του φωνάζει, Σα να λέη σε χαιρετώ, Και τη χήτη του τινάζει Το Λεοντάρι το Ισπανό. 24. Ελαφιάσθη της Αγγλίας Το θηρίο, και σέρνει ευθύς Κατά τ’άκρα της Ρουσίας Τα μουγκρίσματα της οργής. 25. Εις το κίνημά του δείχνει Πως τα μέλη είν’ δυνατά Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει Μια σπιθόβολη ματιά. 26. Σε ξανοίγει από τα νέφη Και το μάτι του Αετού, Που φτερά και νύχια θρέφει Με τα σπλάχνα του Ιταλού. 27. Και σ’ εσέ καταγυρμένος, Γιατί πάντα σε μισεί, Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος, Να σε βλάψη, αν ημπορή. 28. Aλλο εσύ δεν συλλογιέσαι Πάρεξ που θα πρωτοπάς Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι Στες βρισιές οπού αγρικάς. 29. Σαν τον βράχον οπού αφήνει Κάθε ακάθαρτο νερό Εις τα πόδια του να χύνη Ευκολόσβηστον αφρό. 30. Οπού αφήνει ανεμοζάλη Και χαλάζι και βροχή Να του δέρνουν τη μεγάλη, Την αιώνιαν κορυφή. 31. Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του, Οποιανού θέλει βρεθή Στο μαχαίρι σου αποκάτου Και σ’ εκείνο αντισταθή. 32. Το θηρίο π’ ανανογιέται, Πως του λείπουν τα μικρά, Περιορίζεται, πετιέται, Αίμα ανθρώπινο διψά. 33. Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, Τα λαγκάδια, τα βουνά, Κι όπου φθάση, όπου περάση, Φρίκη, θάνατος, ερμιά. 34. Ερμιά, θάνατος και φρίκη Όπου επέρασες κι εσύ Ξίφος έξω από τη θήκη Πλέον ανδρείαν σου προξενεί. 35. Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει Της αθλίας Τριπολιτσάς Τώρα τρόμου αστροπελέκι Να της ρίψης πιθυμάς. 36. Μεγαλόψυχο το μάτι Δείχνει, πάντα οπώς νικεί, Και ας είν’ άρματα γεμάτη Και πολέμιαν χλαλοή. 37. Σου προβαίνουνε και τρίζουν Για να ιδής πως είν’ πολλά Δεν ακούς που φοβερίζουν Aνδρες μύριοι και παιδιά; 38. Λίγα μάτια, λίγα στόματα Θα σας μείνουνε ανοιχτά Για να κλαύσετε τα σώματα Που θε νάβρη η συμφορά. 39. Κατεβαίνουνε, και ανάφτει Του πολέμου αναλαμπή. Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, Λάμπει, κόφτει το σπαθί. 40. Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγη Και στο κάστρο ν’ ανεβή. 41. Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι, Οπού φεύγοντας δειλιούν Τα λαβώματα στην πλάτη Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν. 42. Εκεί μέσα ακαρτερείτε Την αφεύγατη φθορά Να, σας φθάνει, αποκριθήτε Στις νυκτός τη σκοτεινιά. 43. Αποκρίνονται, και η μάχη Έτσι αρχίζει, οπού μακριά Από ράχη εκεί σε ράχη Αντιβούιζε φοβερά. 44. Ακούω κούφια τα τουφέκια, Ακούω σμίξιμο σπαθιών, Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, Ακούω τρίξιμο δοντιών. 45. Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη Που την τρέμει ο λογισμός; Aλλος ύπνος δεν εγίνη Πάρεξ θάνατου πικρός. 46. Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, Οι κραυγές, η ταραχή, Ο σκληρόψυχος ο τρόπος Του πολέμου, και οι καπνοί. 47. Και οι βροντές, και το σκοτάδι, Οπού αντίσκοφτε η φωτιά, Επαράσταιναν τον άδη Που ακαρτέρειε τα σκυλιά. 48. Τ’ ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ’ ίσκιοι Αναρίθμητοι γυμνοί, Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, Βρέφη ακόμη εις το βυζί. 49. Όλη μαύρη μυρμηγικάζει, Μαύρη η εντάφια συντροφιά, Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει Τα κρεβάτια τα στερνά. 50. Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι Επετιούντο από τη γη, Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι Από τούρκικην οργή. 51. Τόσα πέφτουνε τα θέρι- σμένα αστάχια εις τους αγρούς Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς. 52. Θαμποφέγει κανέν’ άστρο, Και αναδεύοντο μαζί, Αναβαίνοντας το κάστρο Με νεκρώσιμη σιωπή. 53. Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, Μες στο δάσος το πυκνό, Όταν στέλνη μίαν αχνάδα Μισοφέγγαρο χλωμό. 54. Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια Τα κλαδιά μουγκοφυσούν, Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν. 55. Με τα μάτια τους γυρεύουν Όπου είν’ αίματα πηχτά, Και μες στ’ αίματα χορεύουν Με βρυχίσματα βραχνά, 56. Και χορεύοντας μανίζουν Εις τους Έλληνας κοντά, Και τα στήθια τους εγγίζουν Με τα χέρια τα ψυχρά. 57. Εκειό το έγγισμα πηγαίνει Βαθιά μες στα σωθικά, Όθεν όλη η λύπη βγαίνει, Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά. 58. Τότε αυξαίνει του πολέμου Ο χορός τρομακτικά, Σαν το σκόρπισμα του ανέμου Στου πελάου τη μοναξιά. 59. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου Κάθε κτύπημα που εβγή Είναι κτύπημα θανάτου, Χωρίς να δευτερωθή. 60. Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει Λες και εκείθεν η ψυχή Απ’ το μίσος που την καίει Πολεμάει να πεταχθή. 61. Της καρδίας κτυπίες βροντάνε Μες στα στήθια τους αργά, Και τα χέρια οπού χουμάνε Περισσότερο είν’ γοργά. 62. Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι, Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη Γι’ αυτούς όλους το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί. 63. Τόση η μάνητα και η ζάλη, Που στοχάζεσαι, μη πως Από μία μεριά και απ’ άλλη Δεν μείνη ένας ζωντανός. 64. Κοίτα χέρια απελπισμένα Πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα Χέρια, πόδια, κεφαλές, 65. Και παλάσκες και σπαθία Με ολοσκόρπιστα μυαλά, Και με ολόσχιστα κρανία Σωθικά λαχταριστά. 66. Προσοχή καμία δεν κάνει Κανείς, όχι εις τη σφαγή Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει, Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί; 67. Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο, Πάρεξ όταν ξαπλωθή; Δεν αισθάνονται τον κόπο Και λες κι’ είναι εις την αρχή. 68. Ολιγόστευαν οι σκύλοι, Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά Και των Χριστιανών τα χείλη Φωτιά εφώναζαν, φωτιά. 69. Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, Πάντα εφώναζαν φωτιά, Και οι μιαροί κατασκορπιούντο, Πάντα σκούζοντας Αλλά. 70. Παντού φόβος και τρομάρα Και φωνές και στεναγμοί Παντού κλάψα, παντού αντάρα, Και παντού ξεψυχισμοί. 71. Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί. Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι Εις την τέταρτη αυγή. 72. Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη Και κυλάει στη λαγκαδιά, Και το αθώο χόρτο πίνει Αίμα αντίς για τη δροσιά. 73. Της αυγής δροσάτι αέρι, Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό Στων ψευδόπιστων το αστέρι Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ. 74. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! 75. Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά. 76. Εις τον ήσυχον αιθέρα Τώρα αθώα δεν αντηχεί Τα λαλήματα η φλογέρα, Τα βελάσματα το αρνί. 77. Τρέχουν άρματα χιλιάδες Σαν το κύμα εις το γιαλό Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες Δεν ψηφούν τον αριθμό. 78. Ω τρακόσιοι! Σηκωθήτε Και ξανάλθετε σ’ εμάς Τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε Πόσο μοιάζουνε με σας. 79. Όλοι εκείνοι τα φοβούνται Και με πάτημα τυφλό Εις την Κόρινθο αποκλειούνται Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.
80. Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου Πείναν και Θανατικό Που με σχήμα ενός σκελέθρου Περπατούν αντάμα οι δύο. 81. Και πεσμένα εις τα χορτάρια Απεθαίνανε παντού Τα θλιμμένα απομεινάρια Της φυγής και του χαμού. 82. Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, Που ό,τι θέλεις ημπορείς, Εις τον κάμπο, Ελευθερία, Ματωμένη περπατείς. 83. Στη σκιά χεροπιασμένες, Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ Κρινοδάκτυλες παρθένες Οπού κάνουνε χορό. 84. Στο χορό γλυκογυρίζουν Ωραία μάτια ερωτικά, Και εις την αύρα κυματίζουν Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά. 85. Η ψυχή μου αναγαλλιάζει Πώς ο κόρφος καθεμιάς Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς. 86. Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, Το ποτήρι δεν βαστώ Φιλελεύθερα τραγούδια Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ. 87. Απ’τα κόκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! 88. Πήγες εις το Μεσολόγγι Την ημέρα του Χριστού, Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι Για το τέκνο του Θεού. 89. Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό, Και το δάκτυλο κινώντας Οπού ανεί τον ουρανό. 90. Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά Και φιλώντας σου στο στόμα Μπαίνει μες στην εκκλησιά. 91. Εις την τράπεζα σιμώνει Και το σύγνεφο το αχνό Γύρω γύρω της πυκνώνει Που σκορπάει το θυμιατό. 92. Αγρικάει την ψαλμωδία Οπού εδίδαξεν αυτή Βλέπει τη φωταγωγία Στους Αγίους εμπρό χυτή. 93. Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν Με πολλή ποδοβολή, Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ. 94. Α! Το φως που σε στολίζει, Σαν ηλίου φεγγοβολή, Και μακρόθεν σπινθηρίζει, Δεν είναι, όχι, από τη γη. 95. Λάμψιν έχει όλη φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός Φως το χέρι, φως το πόδι Κι’ όλα γύρω σου είναι φως. 96. Το σπαθί σου αντισηκώνεις, Τρία πατήματα πατάς, Σαν τον πύργο μεγαλώνεις, Και εις το τέταρτο κτυπάς. 97. Με φωνή που καταπείθει Προχωρώντας ομιλείς «Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής. 98. Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε: Εγώ είμ’ Aλφα, Ωμέγα εγώ Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε Εσείς όλοι, αν οργισθώ; 99. Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, Που μ’ αυτήν αν συγκριθή Κείνη η κάτω οπού σας έχω Σαν δροσιά θέλει βρεθή. 100. Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, Τόπους άμετρα υψηλούς, Χώρες, όρη από τη ρίζα, Ζώα και δένδρα και θνητούς. 101. Και το πάν το κατακαίει, Και δεν σώζεται πνοή, Πάρεξ του άνεμου που πνέει Μες στη στάχτη τη λεπτή. 102. Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού του είσαι αδελφή; Ποιός είν’ άξιος να νικήση, Ή με σε να μετρηθή; 103. Η γη αισθάνεται την τόση Του χεριού σου ανδραγαθιά, Που όλην θέλει θανατώσει Τη μισόχριστη σπορά. 104. Την αισθάνονται, και αφρίζουν Τα νερά, και τ’ αγρικώ Δυνατά να μουρμουρίζουν Σαν να ρυάζετο θηριό. 105. Κακορίζικοι, που πάτε Του Αχελώου μες στη ροή, Και πιδέξια πολεμάτε Από την καταδρομή. 106. Να αποφύγετε! Το κύμα Έγινε όλο φουσκωτό Εκεί ευρήκατε το μνήμα Πριν να ευρήτε αφανισμό. 107. Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει Κάθε λαρυγγας εχθρού, Και το ρεύμα γαργαρίζει Τες βασφήμιες του θυμού. 108. Σφαλερά τετραποδίζουν Πλήθος άλογα, και ορθά Τρομασμένα χλιμιτρίζουν Και πατούν εις τα κορμιά. 109. Ποίος στον σύντροφον απλώνει Χέρι, ωσάν να βοηθηθή Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει Όσο οπού να νεκρωθή. 110. Κεφαλές απελπισμένες, Με τα μάτια πεταχτά, Κατά τ’άστρα σηκωμένες Για την ύστερη φορά. 111. Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη Του Αχελώου νεροσυρμή- Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι, Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί. 112. Έτσι ν’ άκουα να βουίξη Τον βαθύν Ωκεανό, Και στο κύμα του να πνίξη Κάθε σπέρμα Αγαρηνό. 113. Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία, Μες στους λόφους τους επτά, Όλα τ’άψυχα κορμία Βραχοσύντριφτα, γυμνά. 114. Σωριασμένα να τα σπρώξη Η κατάρα του Θεού, Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη Ο αδελφός του Φεγγαριού. 115. Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη, Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη Μεταξύ τους, και ας μετρά. 116. Ένα λείψανο ανεβαίνει Τεντωτό, πιστομητό, Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει Και δεν φαίνεται και πλιό. 117. Και χειρότερα αγριεύει Και φουσκώνει ο ποταμός Πάντα πάντα περισσεύει Πολυφλοίσβισμα και αφρός. 118. Α! Γιατί δεν έχω τώρα Τη φωνή του Μωυσή; Μεγαλόφωνα, την ώρα Οπού εσβηούντο οι μισητοί. 119. Τον Θεόν ευχαριστούσε Στου πελάου τη λύσσα εμπρός, Και τα λόγια ηχολογούσε Αναρίθμητος λαός. 120. Ακλουθάει την αρμονία Η αδελφή του Ααρών, Η προφήτισσα Μαρία, Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν. 121. Και πηδούν όλες οι κόρες Με τις αγάλες ανοικτές, Τραγουδώντας, ανθοφόρες, Με τα τύμπανα τερπνόν. 122. Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετράει τη γη. 123. Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο, Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο Και το πέλαγο για σε. 124. Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει Κύματ’ άπειρα εις τη γη, Με τα οποία την περιζώνει, Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή. 125. Με βρυχίσματα σαλεύει Που τρομάζει η ακοή Κάθε ξύλο κινδυνεύει Και λιμιώνα αναζητεί. 126. Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη Και το λάμψιμο του ηλιού, Και τα χρώματα αναδίνει Του γλαυκότατου ουρανού. 127. Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο, Στην ξηρά εσύ ποτέ Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο Και το πέλαγο για σε. 128. Περνούν άπειρα τα ξάρτια, Και σαν λόγγος στριμωχτά Τα τρεχούμενα κατάρτια, Τα ολοφούσκωτα πανιά. 129. Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, Και αγκαλά δεν είν’ πολλές, Πολεμώντας, αλλά διώχνεις, Aλλα παίρνεις, αλλά καις. 130. Με επιθύμια να τηράζης Δύο μεγάλα σε θωρώ, Και θανάσιμον τινάζεις Εναντίον τους κεραυνό. 131. Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει, Και σηκώνει μια βροντή, Και το πέλαο χρωματίζει Με αιματόχροη βαφή. 132. Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι Και δεν μνέσκει ένα κορμί Χάρου, σκιά του Πατριάρχη, Που σ’ επέταξαν εκεί. 133. Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή, Και τους έτρεμαν τα χείλη Δίνοντάς τα εις το φιλί. 134. Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε Τώρα πλέον δεν τες πατεί, Και το χέρι οπού εφιλήστε Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί. 135. Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος Ο αρχηγός της Εκκλησιάς Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος Ωσάν νάτανε φονιάς. 136. Έχει ολάνοικτο το στόμα Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή Τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα Λες πως θε να ξαναβγή. 137. Η κατάρα που είχε αφήσει Λίγο πριν να αδικηθή Εις οποίον δεν πολεμήση Και ημπορεί να πολεμή. 138. Την ακούω, βροντάει, δεν παύει Εις το πέλαγο, εις τη γη, Και μουγκρίζοντας ανάβει Την αιώνιαν αστραπή. 139. Η καρδιά συχνοσπαράζει... Πλην τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάκτυλο η θεά. 140. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φορές μ’ανησυχιά Προσηλώνεται κατόπι Στην Ελλάδα, και αρχινά: 141. Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι Για σας όλοι είναι χαρά, αι το γόνα σας δεν τρέμει Στους κινδύνους εμπροστά.. 142. Απ’ εσάς απομακραίνει Κάθε δύναμη εχθρική Αλλά ανίκητη μια μένει Που τες δάφνες σας μαδεί. 143. Μία, που όταν ωσάν λύκοι Ξαναρχόστενε ζεστοί, Κουραμένοι από τη νίκη, Αχ! Τον νουν σας τυραννεί. 144. Η Διχόνοια που βαστάει Ενα σκήπτρο η δολερή Καθενός χαμογελάει, Πάρ’ το, λέγοντας, και συ. 145. Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει Έχει αλήθεια ωραία θωριά Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει Εισέ δάκρυα θλιβερά. 146. Από στόμα οπού φθονάει, Παλληκάρια, ας μην ‘πωθή, Πως το χέρι σας κτυπάει Του αδελφού την κεφαλή. 147. Μην ειπούν στο στοχασμό τους Τα ξένα έθνη αληθινά: Εάν μισούνται ανάμεσό τους Δεν τους πρέπει ελευθεριά. 148. Τέτοια αφήστενε φροντίδα Όλο το αίμα οπού χυθή Για θρησκεία και για πατρίδα Όμοιαν έχει την τιμή. 149. Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε Για πατρίδα, για θρησκειά, Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε Σαν αδέλφια γκαρδιακά.. 150. Πόσον λείπει, στοχασθήτε, Πόσο ακόμη να παρθή Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε, Πάντα εσάς θ’ ακολουθή. 151. Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!... Καταστήστε ένα σταυρό, Και φωνάξετε με μία: Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ. 152. Το σημείον που προσκυνάτε Είναι τούτο, και γι’αυτό Ματωμένους μας κοιτάτε Στον αγώνα το σκληρό. 153. Ακατάπαυστα το βρίζουν Τα σκυλιά και το πατούν Και τα τέκνα του αφανίζουν Και την πίστη αναγελούν. 154. Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη Αίμα αθώο χριστιανικό, Που φωνάζει από τα βάθη Της νυκτός: Να’ κδικηθώ. 155. Δεν ακούτε, εσείς εικόνες Του Θεού, τέτοια φωνή; Τώρα επέρασαν αιώνες Και δεν έπαυσε στιγμή. 156. Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος Σαν του Αβέλ καταβοά Δεν είν’ φύσημα του αέρος Που σφυρίζει εις τα μαλλιά. 157. Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε Να αποκτήσωμεν εμείς Λευθερίαν, ή θα την λύστε Εξ αιτίας Πολιτικής; 158. Τούτο ανίσως μελετάτε, Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και κτυπήσετε κι’ εδώ.
0

Δεν υπάρχουν σχόλια: