Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Παύλος Μελάς

Παύλος Μελάς

Αξιωματικός του ελληνικού στρατού και ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα, γαμβρός του Στέφανου Δραγούμη. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1870 και αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1891. Από πολύ νωρίς συμμετείχε στο εθνικό κίνημα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών και από το 1894 αναδείχθηκε σε στέλεχος της Εθνικής Εταιρίας, η οποία αποτελούσε την εποχή εκείνη το φορέα της ιδεολογίας του ελληνικού αλυτρωτισμού και μεγαλοϊδεατισμού.
Κατά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, ο Παύλος Μελάς υπηρέτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και μετά την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση του, τοποθετήθηκε, κατόπιν αιτήσεως του, στα νέα σύνορα του ελληνικού κράτους, στη πυροβολαρχία Γεννίσερλι έξω από τη Λαμία. Από εκεί συνέχισε την εθνική του δράση, με περισσότερες όμως δυσκολίες αυτή τη φορά, καθώς, μετά την καταστροφή του 1897, η ελληνική κυβέρνηση διέλυσε την Εθνική Εταιρία και τα μέλη της δραστηριοποιούνταν στο εξής παράνομα.
Στην Αθήνα επέστρεψε ο Παύλος Μελάς το 1898, ενώ το ίδιο έτος είχαμε και την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, με τις πρώτες ομάδες Βουλγάρων ανταρτών να καταφθάνουν το φθινόπωρο στη Μακεδονία και να εγκαινιάζουν μια σειρά αιματηρών διώξεων σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Μέσα σ’αυτές τις συνθήκες, το κίνημα του ελληνικού αλυτρωτισμού σχηματοποιήθηκε πάνω στη βάση της σθεναρής αντίστασης και απομάκρυνσης του βουλγαρικού κινδύνου. Ο Παύλος Μελάς, παντρεμένος με την καταγόμενη από την περιοχή της Φλώρινας Ναταλία Δραγούμη, ανέλαβε ενεργό ρόλο στο κίνημα αυτό και το 1899 αποπειράθηκε να περάσει μυστικά στη Μακεδονία. Η προσπάθεια του έγινε ωστόσο αντίληπτή και η αποστολή του ματαιώθηκε.
Το Μάρτιο του 1904, όμως, μετά τη συγκρότηση ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στη Μακεδονία και την ανάγκη που δημιουργήθηκε για ενίσχυση τους, αποφασίσθηκε να σταλεί εκεί ομάδα αποτελούμενη από τέσσερις Έλληνες αξιωματικούς, με επικεφαλής τον Αλ. Κοντούλη και με τη συμμετοχή των Π.Μελά, Αναστ. Παπούλα και Γ.Κολοκοτρώνη. Έτσι, ο Παύλος Μελάς πέρασε, με το ψευδώνυμο Ζέζας, στις 8-3-1904 τα σύνορα και άρχισε να οργανώνει το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, ως τις 29-3-1904, οπότε και επέστρεψε στην Αθήνα.
Για δεύτερη φορά πέρασε ο Παύλος Μελάς τα σύνορα τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, κατόπιν σχετικής προσκλήσεως της επιτροπής “Άμυνα” που δρούσε στην περιοχή της Κοζάνης. Εκεί οργάνωσε τον ένοπλο αγώνα της περιοχής και παρέμεινε ως την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα στις 3-8-1904. Λίγες μέρες αργότερα η Μακεδονική Επιτροπή διόρισε τον Παύλο Μελά γενικό αρχηγό των ελληνικών αντάρτικων ομάδων της Δ. Μακεδονίας. Ο τελευταίος, αφού συγκρότησε ένοπλο σώμα τριάντα ανδρών, διέσχισε για τρίτη φορά τα σύνορα και κατευθύνθηκε προς την ευρύτερη πριοχή της Καστοριάς. Εκεί κατέλαβε το Στρεμπένου, που αποτελούσε βάση των κομιτατζήδων και από εκεί κινήθηκε προς την Μπελκαμένη, όπου προστέθηκε στο σώμα του και ο Φίλιππος Καπετανόπουλος από την Επιτροπή Άμυνας Μοναστηρίου. Στις 20-9-1904, ο Παύλος Μελάς επιτέθηκε στο χωριό Νερέτι (σημερινό Πολυπόταμο), με σκοπό την απομάκρυνση των Βουλγάρων ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή. Εκεί συγκρούσθηκε με τουρκικό απόσπασμα και αναγκάσθηκε να καταφύγει στο χωριό Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), όπου ενώθηκαν μαζί του οι ομάδες των Καραλίβανου, Πουλάκα και Βολάνη, ανεβάζοντας τον αριθμό των ανδρών του σε 70.
Καθώς, όμως, είχε αποφασισθεί να κινηθούν προς το Μοναστήρι, ο Παύλος Μελάς όρισε ως τόπο συνάντησης με τα υπόλοιπα ελληνικά αντάρτικα σώματα της περιοχής το χωριό που ονομάζεται σήμερα Μελάς, κοντά στην Σιάτιστα. Έφτασε εκεί στις 12 Οκτωβρίου 1904 και, παρά το γεγονός ότι ενημερώθηκε για ύποπτες κινήσεις του τουρκικού στρατού στα κοντινά χωριά, θεώρησε ότι δεν υπήρχε σοβαρός κίνδυνος και έδωσε εντολή στους άντρες του να κρυφθούν στα σπίτια του χωριού. Το επόμενο βράδυ, ωστόσο, οι Τούρκοι εισέβαλαν στο χωριό και άρχισε ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ αυτών και των ανδρών του Παύλου Μελά. Κατά την προσπάθεια των τελευταίων να διασπάσουν το τουρκικό κλοιό, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Παύλος Μελάς και υπήρξαν εννέα άλλες απώλειες μεταξύ των ελλήνων ανταρτών. Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδος κατάφεραν να διαφύγουν, παίρνονας μαζί τους και το άψυχο σώμα του Παύλου Μελά. Καθώς, όμως, τους ήταν αδύνατο να συνεχίσουν να το κουβαλούν, αναγκάστηκαν και έκοψαν το κεφάλι του Παύλου Μελά, προκειμένου να μην αναγνωρισθεί το πτώμα του από τους Τούρκους. Τρία χρόνια αργότερα, το 1907, τα οστά του μακεδονομάχου Παύλου Μελά μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν από το μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη στη Μητρόπολη Καστοριάς. Το 1950 μεταφέρθηκαν στο διπλανό παρεκκλήσι των Αγίων Ταξιαρχών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: